Μονωδία

ΜΟΝΩΔΙΑ
ΦΩΝΗΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΛΑΣΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Η ανθρώπινη φωνή και οι οργανικές δομές της υπόκεινται στους νόμους της φύσης. Το πως μαθαίνουμε να τη χρησιμοποιούμε δεν είναι απαραίτητα συνδεδεμένο με τη μουσική. Η φωνητική μουσική αναπτύχθηκε ως μια βαθύτερη αναζήτηση του φωνητικού οργάνου και των δυνατοτήτων του, μέσω της εμπειρικής σπουδής της λειτουργίας αυτού, με αποτέλεσμα να επιτρέψει στους συνθέτες τη δυνατότητα και την ελευθερία να συνθέτουν πιο δεξιοτεχνικά, δραματικά, αποενοχοποιημένα και εγγύτερα στη φαντασία και την προσωπική τους αισθητική - Όχι το αντίστροφο - οι φωνές δεν προσαρμόστηκαν στη μουσική, η μουσική προσαρμόστηκε στους εκπαιδευμένους τραγουδιστές.
Ο στόχος της λειτουργικής φωνητικής εκπαίδευσης είναι να αναπτύξει τις μεμονωμένες και τις συνδυαστικές μυικές δραστηριότητες στην πηγή παραγωγής του ήχου (το λάρυγγα), αλλά και στα συμμετέχοντα οργανα, επιτρέποντας στη φωνή να ανταποκρίνεται πιο ελεύθερα και να υπηρετεί την άποψη του τραγουδιστή όσον αφορά το μουσικό ύφος.
Μια ελεύθερη φωνή, ικανή να ελιχθεί σε ένα ευρύ φάσμα συχνοτήτων με αναπνευστική συγκρότηση, καθαρά φωνήεντα, κατανοητό κείμενο, ευλυγισία και δυναμικές ξεδίπλωνει όλες τις ερμηνευτικές δυνατότητες. Μια φωνή απελευθερωμένη, χωρίς τεχνικά εμπόδια και όρια μπορεί να αποδόσει οποιοδήποτε είδος και ύφος μουσικής σύνθεσης.
Το κλασσικό τραγούδι (μονωδία = ωδή για μια μόνη φωνή) είναι ένας διφορούμενος όρος στη Δύση. Αφορά συγκεκριμένη μουσική φιλολογία ( περίπου από τα τέλη του 17ου αιώνα μέχρι σήμερα) και υπαινίσσεται τη σύγκλιση ενός αριθμού Ευρωπαϊκών φωνητικών παραδόσεων στη χρήση της φωνής ως ένα όργανο με ηχοχρωματική ευελιξία, τεχνική αρτιότητα και μέγιστη φυσική αντήχηση (χωρίς τεχνητή ενίσχυση). Η όπερα είναι ένα μέρος του.
Οι δυτικοί συνθέτες ανά τους αιώνες έχουν γράψει μια πληθώρα φωνητικής μουσικής που δεν είναι όπερα, δηλαδή κάτι διαφορετικό από δραματουργία επί σκηνής, πράξεις, σκηνές, κοστούμια, σκηνικά. Ενώ πολλοί κλασσικοί τραγουδιστές τραγουδούν οπερατικούς ρόλους, αρκετοί άλλοι δεν ασχολούνται καθόλου με το συγκεκριμένο είδος. Υπάρχει πληθώρα επιλογών για τους «κλασσικούς τραγουδιστές»: θρησκευτική και κοσμική χορωδιακή μουσική, τραγούδια για μονωδούς (σολίστ) συνοδευόμενα από πιάνο, σύνολα δωματίου ή ορχήστρες, καθώς και άλλα είδη που δεν συνοδεύονται από υπόθεση, λιμπρέττο και σκηνική δράση. Όλα αυτά απαιτούν «κλασσικό τραγούδι».
Δεν υπήρξε ποτέ ομοφωνία στο τι πραγματικά αποτελεί μια απόλυτα καθορισμένη τεχνική στο κλασσικό τραγούδι. Καθηγητές κλασσικού τραγουδιού, ή και διάσημοι «κλασικοί τραγουδιστές» σε μια συζήτηση θα δυσκολεύονταν να συμφωνήσουν στην οριοθέτηση του όρου «κλασσική τεχνική» ως μια και μόνη εκπαιδευτική μεθοδολογία.
Ένα είναι σίγουρο: Οι καταξιωμένοι (από κάθε άποψη) τραγουδιστές - ερμηνευτές κατακτούν τη θέση τους με συνεχή ανάλυση και συνειδητοποίηση της τεχνικής τους και της τέχνης τους: πέρα από τις ακαδημαϊκές σπουδές προϋποθέτει βαθιά αγάπη για το αντικείμενο, τη χαρά της εξέλιξης και της ανακάλυψης, υπομονή, επιμονή, έκθεση, χρόνια εμπειρία, ακόμα και αυτά τα περιστασιακά δημιουργικά μουσικά «ατοπήματα»!